Στέφανος Ξενάκης: Η τέχνη της ζωής

Μοιραστείτε το...
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on Google+Email this to someone

(του Στέφανου Ξενάκη*)

Είχα πει να τις πάρω και τις 2 κατά το απογευματάκι για βόλτα. Δεν ήταν η μέρα μου, αλλά όταν περάσει ο καιρός, ο μπαμπάς κι η μαμά που έχουν χωρίσει, συνήθως βρίσκουν κι άλλες μέρες πέρα από τις συμφωνημένες. Έτσι συμβαίνει και με μας. Με τη μόνη διαφορά ότι η μικρή μου (6) πονούσε την κοιλίτσα της και τελικά δεν ήρθε.
Πήρα λοιπόν τη μεγάλη. (8,5) Το χειμώνα έχουμε τόσα να κάνουμε όταν είμαστε μαζί, που δε μένει χρόνος για χάσιμο. Το καλοκαίρι όμως χαλαρώνουν τα πράγματα.
Είπαμε να σουλατσάρουμε στην Γλυφάδα. Χωρίς πρόγραμμα, στο ελεύθερο. Ό,τι βγει. Όταν δεν είσαι με τα παιδιά σου κάθε μέρα, μαθαίνεις να ζεις μαζί τους κάθε στιγμή χωρίς να τη σπαταλάς. Εκτιμάς κάθε λεπτό. Μπορεί και κάθε δευτερόλεπτο.
Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και δυσκολευτήκαμε να παρκάρουμε. Αποφασίσαμε να το βάλουμε στο parking. Το 1ο ήταν γεμάτο. Το 2ο θα έκλεινε σε μιαμιση ώρα μαζί με τα μαγαζιά. Βρήκαμε όμως την άκρη. Μόλις θα έβρισκε θέση κάπου έξω, θα μας το παρκάριζε και θα άφηνε το κλειδί σε μια προσυμφωνημένη κρυψώνα. Του άφησα το κινητό μου για να με ειδοποιήσει που τελικά θα το έβαζε και του αφήσαμε και κάτι παραπάνω, αφού το συζητήσαμε με την κόρη μου. Πρώτη νίκη.
Πορευτήκαμε προς το σινεμά. Πήγα να την πείσω να δούμε την τελευταία της μεγάλη αγάπη, την Wonder Woman για μεγάλους, για να τη γνωρίσω επιτέλους κι εγώ. Για να σπάσουμε και λίγο τα όριά μας. Δεν ήθελε. Δεν επέμεινα. Συνεχίσαμε δίπλα για παγωτό. Στο γρήγορο debate 1 ή 2 μπάλες, δεν είχα ελπίδα. Κράτησε λίγα δευτερόλεπτα. Φύγαμε με το μεγάλο κυπελάκι. Κατευθυνθήκαμε προς το μεγάλο τέλειο παιδότοπο που εδώ και μήνες δε λέει ακόμα να ανοίξει. Είπαμε να πηδήψουμε τον ψηλό φράκτη όπως την άλλη φορά, αλλά ο φύλακας στη μέση του πάρκου δεν μας άφησε πολλά περιθώρια.
Τρώγοντας με μαεστρία το παγωτό αναζητήσαμε την επόμενη περιπέτεια.. Το σχολείο της Γλυφάδας ήταν εύκολος στόχος. Μπήκαμε στο προαύλιο όπου παρέες με αγόρια κλωτσούσαν τις μπάλες με ικανότητα. Ανταλλάξαμε 1-2 μπαλιές, αλλά δεν κολλούσε.. Μπήκαμε μέσα στο κτίριο, ακολουθώντας κι άλλους. Γρήγορα βρεθήκαμε να ακολουθούμε και τη μουσική που ερχόταν από το βάθος. Μας οδήγησε σε μια αναπάντεχη έκπληξη. Στη γωνιακή αίθουσα, μια χορωδία καθιστών μεσηλίκων αφοσιωμένη στον μαέστρο τραγουδούσε παλιά ελληνικά τραγούδια. Κάπου μπροστά διακρίναμε κι ένα βιολί. Το σύνολο ήταν υπέροχο. Κοντοσταθήκαμε δειλά στην πόρτα και χαζέψαμε. Ο μαέστρος κάποια στιγμή μας κοίταξε αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε με αφοσίωση τη δουλειά του. Επιτέλους, κάτι τέτοιο ψάχναμε..
Βγήκαμε από το σχολείο πιο γεμάτοι και πιο εμπνευσμένοι εξ ου και μας ήρθε η ιδέα να πάρουμε από το αμάξι το πατίνι της μικρής που κατοικοεδρεύει μόνιμα στο πορτ-μπαγκάζ. Ή κίνηση ήταν υψηλού κινδύνου αλλά το ξέραμε. Όταν θα το μάθαινε θα είχαμε γκρίνιες, αλλά τελικά πήραμε τα ρίσκα μας. Μας περίμενε κι άλλη μια ευχάριστη έκπληξη. Επιστρέφοντας στο parking, ο συμπαθής τύπος είχε ήδη βγάλει το αμάξι για παρκάρισμα κι έκανε τις τελευταίες μανούβρες. Μ’ ένα σμπάρο 2 τρυγόνια. Πήραμε και το πατίνι και το κλειδί. Το πανηγυρίσαμε
Το σουλάτσο συνεχίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Τρύπωσα σε ένα καινούργιο μαγαζάκι με ξερά φρούτα καφέδες κι άλλα. Δοκίμασα ξερό μάνγκο και ξερό μήλο κι ενθουσιάστηκα. Πήρα 2 σακουλάκια για το σπίτι. Η κόρη μου ούτε να το ακούσει. «Δεν τρώω ξερά φρούτα» μου το ξέκοψε πριν της το προτεινω. Χαμογέλασε με νόημα και ξανακαβάλησε το πατίνι.
Στο κατηφορικό πεζοδρόμιο παραλίγο να πάρουμε 2-3 παραμάζωμα μια κι αναπτύξαμε μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι μας έπαιρνε. Μας κοίταξαν ευγενικά και τελικά τη γλιτώσαμε..
Επόμενος σταθμός ένας πλανόδιος καλιτέχνης όπου τα μάτια της κόρης μου έπεσαν σε ένα βεραμάν γούνινο φουντάκι των 2 ευρώ. Η μικρή της αδερφή ήθελα ένα φουντάκι σαν το δικό της κι η μεγάλη μου κόρη ήξερε ότι το βεραμάν ήταν το αγαπημένο της χρώμα. Με το που το είδε έλαμψε το πρόσωπό της. «Θα της το βάλω στο κουτάκι της για να το βρει το πρωί».. Ξανακαβάλησε το πατίνι σφυρώντας ευτυχισμένα.
Παρακάτω ένας Γρηγόρης μας θύμισε ότι κατουριόμασταν κι οι 2. Εξαγοράσαμε το δικαίωμα για τουαλέτα με ένα μπουκαλάκι παγωμένο νερό. Εδώ τη συζήτηση μονοπώλησε ο προηγούμενος κύριος που για κάποιο ανεξήγητο λόγο πρώτα έπλυνε τα χέρια του και μετά μπήκε στην τουαλέτα. Το συζητήσαμε αρκετή ώρα, αλλά πόρισμα δεν βγάλαμε..
Μετά έπεσε η ιδέα να πάμε στο αγαπημένο της μαγαζάκι. Το έχει ένας χομπίστας που πουλάει σπάνια LEGO. Το αγαπάει πολύ, αλλά ήξερα ότι θα με ξαφρίσει. Δέχτηκα να πάμε γιατί ξέρω ότι το κλείνει πριν τις 9 και τελικά δικαιώθηκα.. «Κρίμα ρε συ».. της είπα. Με κοίταξε με νόημα.. «Δεν πειράζει» μου απάντησε, θα πάμε στο μεγάλο παιχνιδάκικο, αυτό με τις ηλεκτρικές σκάλες.. Αρχίσαμε να περπατάμε γρήγορα για να το προλάβουμε. Εδώ δεν είχα ελπίδα γιατί οι τύποι είναι τυπικοί και κλείνουν στις 9. Φτάσαμε στο παρά 5 και πήγαμε φυσικά κατευθείαν στα LEGO. Κορτάραμε ένα μεγάλο εντυπωσιακό LEGO. Εκεί δεν υπήρχαν πολλά να συζητήσουμε. Απέφυγα τη συζήτηση με ασαφείς υποσχέσεις.. Κάτι σαν τον Σόιμπλε και το ελληνικό χρέος..
Στην πορεία φάγαμε και μια τηλεφωνική χυλόπιτα από κάτι φίλους και τα παιδιά τους, τους οποίους καλέσαμε για φαγητό. Εκείνοι ήταν πιο προκομένοι – είχαν δραστηριότητες σε αντίθεση με εμάς που κωλοβαράγαμε. Εγώ το χάρηκα γιατί θα πηγαίναμε στο αγαπημένο μας εστιατόριο μόνοι μας.
Έτσι κι έγινε. Παρότι σχεδόν γεμάτο, μας έδωσαν ένα ωραίο τραπεζάκι με καναπέ. Κάτσαμε κι οι 2 στον καναπέ, δίπλα δίπλα. Παραγγείλαμε μπουρμπουλήθρες (ανθρακούκο νερό) και το αγαπημένο μας φαγητό, μακαρόνια σκέτα. Εγώ παρήγγειλα κι ένα ποτήρι λευκό κρασί γιατί να το γιορτάσω. Παίξαμε γρίφους, πειραχτήκαμε, συζητήσαμε τα πάντα, γελάσαμε. Είμασταν σαν ζευγαράκι στα καλύτερά μας, όταν μας διέκοψε ο σερβιτόρος γιατί το πατίνι μαζί με τα ψώνια είχε τσουλήσει μέχρι την άλλη πλευρά του μαγαζιού. Ξεκαρδιστήκαμε και το παρκάραμε καλύτερα αυτή τη φορά. Το μαγαζί είχε υπέροχο χαμηλό φωτισμό κι εμείς απολαμβάναμε μία από τις πρώτες ονειρεμένες βραδιές του καλοκαιριού. Η κόρη μου ζήτησε να την ταίσω. Παλιά θα γκρίνιαζα. Όχι πια. Τώρα ξέρω ότι αυτές οι στιγμές δεν επαναλαμβάνονται κι αφήνω τα παιδιά μου να με καθοδηγούν στο δικό τους μαγικό δρόμο.
Αφού πληρώσαμε και φυσικά εκείνη έβαλε το PIN, ζύγισε ότι την έπαιρνε για ένα τελευταίο χατήρι. «Μπαμπά κεφάλι!» μου είπε με νόημα. Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι θα κάτσει στον ώμο μου και θα έχει το κεφάλι μου για τιμόνι. Όπως παλιά. Μόνο που τώρα ζυγίζει 30 κιλά. Άσε που το αμάξι ήταν στα 300 μέτρα.. Δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι. «Με τίποτα» της είπα συνομωτικά και με μια γρήγορη κινηση την έκατσα πάνω. Για να στηριχτεί, μου έπιασε τα αυτιά όπως ο αμαξάς τα γκέμια. Πόνεσα λίγο αλλά η απόλαυση ήταν μεγαλύτερη. Το θέαμα ήταν για γέλια. Με το ένα χέρι σήκωνα το πατίνι και με το άλλο τη σακούλα με τα ψώνια. Κι η κόρη μου πάνω. Τα 300 μέτρα ήταν ατελείωτα. Κι ευτυχώς, γιατί σε όλη τη διαδρομή είχαμε λιώσει στα γέλια στην προοπτική να σκουντουφλήσω και να σκάσουμε σαν καρπούζι οι 2 μας, το πατίνι, το μισοτελειωμένο νερό από το Γρηγόρη το τιρκουάζ φουντάκι και τα ανεπιθύμητα ξερά φρούτα. Η κόρη μου στο κεφάλι μου είχε κυριολεκτικά ξεκαρδιστεί. Ένιωθα το στομάχι της χοροπηδάει σε όλη τη διαδρομή. 300 μέτρα ευτυχίας κι εγώ να ξεκαρδίζομαι μαζί της. Φτάνοντας στο αμάξι δεν ένιωθα το σβέρκο μου. Λες και είχε μετακινηθεί όλο μαζί. Η χαρά όμως ήταν ανείπωτη.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και δεν είπαμε πολλά. Δεν χρειάστηκε κιόλας. Την πήγα στη μαμά της. Κατεβαίνοντας μου έκανε την πιο σφιχτή αγκαλιά που θυμάμαι. Έμεινε κολλημένη πάνω μου για μερικά δευτερόλεπτα. Είχε κλείσει τα μάτια της. Το ίδιο κι εγώ. Της έδωσα ένα φιλί και την έβλεπα να ξεμακραίνει. Λίγο πριν μπουν στο σπίτι μου έριξε μια τελευταία ευτυχισμένη ματιά.
Παίζει να ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Θα μου πεις δεν ήταν και κάτι. Για μένα ήταν το παν… Μου πήρε πολλά χρόνια, πολύ πόνο και πολύ δουλειά για να μάθω να ζω τη ζωή. Να μάθω την τέχνη της. Τώρα πια ξέρω ότι μια στιγμή δεν ξανάρχεται. Ξέρω ότι το μόνο που υπάρχει είναι το τώρα. Ξέρω ότι το συναίσθημα είναι η μόνη μου αλήθεια, η μόνη μου περιουσία. Ξέρω ότι λατρεύω τα παιδιά μου κι όλα τα παιδιά του κόσμου ακριβώς όπως είναι και δε χρειάζεται να κάνουν κάτι παραπάνω από το να είναι ο εαυτός τους. Ξέρω να χαίρομαι το σήμερα. Ο Δάσκαλός μου μας είχε αποστομώσει μια φορά «Σου έχει υπογράψει κανείς ότι θα ζεις κι αύριο?». Κι έχει δίκιο..
Ήταν ένας σούρουπο σκάρτες 3 ώρες. Αλλά για μένα λες και κράτησε μια ολόκληρη ζωή.

Ευγνωμοσύνη.
Τίποτα άλλο

Ο Στέφανος Ξενάκης είναι επιχειρηματίας και κειμενογράφος στην Καθημερινή

Διαβάστε Επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

X